Month: November 2005
‘Αντε να δούμε, τι άλλο θα δόυμε.
- by Theodora
Για να μην στέλνω mail, θα τα γράψω εδώ.
Ένα έχω να πω…
Έχασα τη δουλειά μου.
Είμαι…. εκνευρισμένη, απογοητευμένη και στεναχωρημένη.
Πρέπει να βρω δουλειά χτές.
Μάσα όσο δεν πάει (Part III)
- by Theodora
1) Αχ αυτές οι ντομάτες!
(2) Τσουρέκια πάνω στο κρεβάτι και η κλασική σκούπα στο δάπεδο.
Θυμάμαι την μυρωδιά από το αγελαδίσιο γάλα που είχε μόλις αρμέξει η γιαγιά Θοδώρα, ήταν ζεστό από μόνο του, και ‘μείς απλά το βράζαμε, (για τα μικρόβια υποθέτω). Tο κακό με το γάλα όμως (εκτός φυσικά από τις άπειρες θερμίδες), ήταν η πέτσα, κάναμε αγώνα για να την βγάλουμε, με τη Σοφία. Θυμάμαι χαρακτηριστικά όμως τον παππού μου τον Γιώργο, ο οποίος έτρωγε πάντα την πέτσα με ψωμί. Επίσης, μια φέτα από ζεστό ψωμί, λίγο πρόβιο βούτυρο και από πάνω, φυσικά μερέντα (ποτέ μα ποτέ νουτέλα)! Αν και συνήθως η μερέντα ήταν καλά κρυμμένη μέσα στην ψωμοθήκη και με το ζόρι μας άφηνε η γιαγιά να φαμε. Α, τώρα που είπα ψωμοθήκη! Σχεδόν πάντα είχε μέσα ένα μπολάκι με μέλι, το οποίο δεν ήταν ποτέ σκεπασμένο, είχε κάτι μυρμηγκάκια λοιπόν, που βόλταραν, που και που! Ο παππούς όμως δεν χαμπαριάζει από τέτοια, σιγά μην πετάξει το μέλι! Το έτρωγε, εγώ και η Σοφία κοντεύαμε να πάθουμε εγκεφαλικό, γιατί ποτέ δεν μπορούσε να καθαρίσει τελείως τα μυρμήγκια.
Το μεσημεριανό… μπορεί κάτι ποντιακό μπορεί και κάτι πιο απλό, τα γεμιστά με τη φέτα όμως ήταν –super-! Το αγαπημένο μου φαγητό όμως είναι ποντιακό, λέγετε πορεανί, είναι κάτι σαν σούπα με γλιστρίδα, γιαούρτι και σκόρδο! Μετά, σχεδόν από κάθε γεύμα, πίναμε η τρώγαμε, όπως θες πες το, νερό ανακατεμένο με ζάχαρη ή γιαούρτι αραιωμένο με νερό. Δεν έχω ιδέα γιατί;!
Άσχετο, ο παππούς μου δεν τρωει ποτέ με μεγάλο πιρούνι, πάντα με μικρό!
Το απογευματάκι πάντα ήθελα να τσιμπήσω κάτι σαν λαίμαργο που είμαι, έψαχνα λοιπόν για τα κρυμμένα πράσινα τετράγωνα, σοκολατάκια της ΙΟΝ που δε θυμάμαι τώρα πως τα λένε ή για τους κρυμμένους ηλιόσπορους και φυσικά πάντα τα έβρισκα. Μία στην ντουλάπα τις γιαγιάς, μία πάνω απ το ψυγείο που με δυσκολία σκαρφάλωνα ή ακόμα και κάτω από το κρεβάτι. Πάντως έτρωγα πάντα! Ξέχασα το υποβρύχιο, φυσικά το αγαπημένο μου ήταν το φιστικί. Θυμάμαι ακόμα και τον δροσερό χυμό βύσσινο που έπινα.
Πάντα όταν μας περίμενε η γιαγιά είχε φτιάξει πισία και πολλά τσουρέκια, πάντα λίγο κάμμενα, όπως τα λατρεύω. Συνήθως τα τρώγαμε όλα και αναγκαζόταν να ξαναφτιάξει και άλλα για να πάρουμε μαζί μας στην Αθήνα.
Χρώματα
- by Theodora
Ας ΓίΝω ΖωΓρΑφΟς ΤηΣ δΙκΗς μΟυ ΖωΗς. Σε ΠαΡαΚαΛώ, ΧάΡιΣέ ΜοΥ μΙα ΠαΛέΤα ΚαΙ έΝα ΜαΓιΚό ΠιΝέΛο ΚαΙ άΣε Με Να ΧρΩμΑτΙσΩ κΑι Να ΔηΜιΟυΡγΗσΩ τΑ όΝεΙρΑ μΟυ, ΕτΣι ΟπΩς ΕγΩ τΑ θΕλΩ…
Το σπίτι (Part II)
- by Theodora
Αυτά τα κάγκελα, όταν ήμουν τοσοδούλα, μου φαινόταν τεράστια! Κάθε μεσημέρι που ο παππούς και η γιαγιά κοιμόταν, σκαρφάλωνα και έβγαινα έξω κρυφά, καθώς η καγκελόπορτα έτριζε και τους ξυπνούσα.
Τα παντζούρια δεν έκλειναν ποτέ…
Η καγκελόπορτα και ο κήπος.
Πίσω αριστερά μπορείς να ξεχωρίσεις την καρότσα του τρακτέρ, συνήθως κουβαλούσε ο παππούς μπάλες για τα ζώα (άχυρα).
Τα μεσημέρια, που δε με έβλεπε κανείς, ανέβαινα εκεί επάνω και τραγουδούσα! (Από μικρή ψωνάρα)…
Αυτό τον δρόμο τον έχω τρέξει άπειρες φορές! Πόσα σκυλιά με έχουν κυνηγήσει και έχω χεστεί πάνω μου, πόσες μελάνιες και πόσα κλάματα…
Το τοιχάκι στην γωνία του σπιτιού μας… καθόμουν έκει πάνω με τις ώρες, με τον ξάδελφό μου τον Γιώργο, ο οποίος μιά φορά έπεσε απο ‘κει πάνω και έσπασε την μύτη του. ΧΑ!




